HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ψεύδομαι — definition

Conjugation of ψεύδομαι

Regular CEFR C2
ˈpse.vðo.me

λέω ψέματα, λέω κάτι σε αντίθεση με την αλήθεια, αποκρύπτω την αλήθεια, παραπλανώ Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψεύδομαι
εσύ ψεύδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ψεύδεται
εμείς ψευδόμαστε
εσείς ψεύδεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ψεύδονται
Παρατατικός
εγώ ψευδόμουν
εσύ ψευδόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ψευδόταν
εμείς ψευδόμασταν
εσείς ψευδόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ψεύδονταν
Αόριστος
εγώ ψεύσθηκα
εσύ ψεύσθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ψεύσθηκε
εμείς ψευσθήκαμε
εσείς ψευσθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψεύσθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψευσθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψευσθώ
εσύ ψευσθείς
αυτός / αυτή / αυτό ψευσθεί
εμείς ψευσθούμε
εσείς ψευσθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ψευσθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ψεύδεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς ψευσθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψευσθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary