Conjugation of ψεύδομαι
ˈpse.vðo.meλέω ψέματα, λέω κάτι σε αντίθεση με την αλήθεια, αποκρύπτω την αλήθεια, παραπλανώ Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ψεύδομαι |
| εσύ | ψεύδεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψεύδεται |
| εμείς | ψευδόμαστε |
| εσείς | ψεύδεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψεύδονται |
Παρατατικός
| εγώ | ψευδόμουν |
| εσύ | ψευδόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψευδόταν |
| εμείς | ψευδόμασταν |
| εσείς | ψευδόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψεύδονταν |
Αόριστος
| εγώ | ψεύσθηκα |
| εσύ | ψεύσθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψεύσθηκε |
| εμείς | ψευσθήκαμε |
| εσείς | ψευσθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψεύσθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ψευσθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ψευσθώ |
| εσύ | ψευσθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψευσθεί |
| εμείς | ψευσθούμε |
| εσείς | ψευσθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψευσθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ψεύδεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | ψευσθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ψευσθεί |