Conjugation of ψαρεύω
psaˈɾe.voμε τη χρήση καλαμιού, διχτυού κλπ., προσπαθώ να πιάσω ψάρια ή άλλα υδρόβια ζώα είτε επαγγελματικά είτε για απόλαυση, αλιεύω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ψαρεύω |
| εσύ | ψαρεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψαρεύει |
| εμείς | ψαρεύουμε |
| εσείς | ψαρεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψαρεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | ψάρευα |
| εσύ | ψάρευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψάρευε |
| εμείς | ψαρεύαμε |
| εσείς | ψαρεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψάρευαν |
Αόριστος
| εγώ | ψάρεψα |
| εσύ | ψάρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψάρεψε |
| εμείς | ψαρέψαμε |
| εσείς | ψαρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψάρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ψαρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ψαρέψω |
| εσύ | ψαρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψαρέψει |
| εμείς | ψαρέψουμε |
| εσείς | ψαρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψαρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ψάρευε |
| εσείς | ψαρεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ψάρεψε |
| εσείς | ψαρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ψαρέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ψαρεύομαι |
| εσύ | ψαρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψαρεύεται |
| εμείς | ψαρευόμαστε |
| εσείς | ψαρεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψαρεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | ψαρευόμουν |
| εσύ | ψαρευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψαρευόταν |
| εμείς | ψαρευόμασταν |
| εσείς | ψαρευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψαρεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | ψαρεύτηκα |
| εσύ | ψαρεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψαρεύτηκε |
| εμείς | ψαρευτήκαμε |
| εσείς | ψαρευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψαρεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ψαρευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ψαρευτώ |
| εσύ | ψαρευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψαρευτεί |
| εμείς | ψαρευτούμε |
| εσείς | ψαρευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψαρευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ψαρεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ψαρέψου |
| εσείς | ψαρευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ψαρευτεί |