HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ψαρεύω — definition

Conjugation of ψαρεύω

Regular CEFR C2
psaˈɾe.vo

με τη χρήση καλαμιού, διχτυού κλπ., προσπαθώ να πιάσω ψάρια ή άλλα υδρόβια ζώα είτε επαγγελματικά είτε για απόλαυση, αλιεύω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψαρεύω
εσύ ψαρεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ψαρεύει
εμείς ψαρεύουμε
εσείς ψαρεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψαρεύουν
Παρατατικός
εγώ ψάρευα
εσύ ψάρευες
αυτός / αυτή / αυτό ψάρευε
εμείς ψαρεύαμε
εσείς ψαρεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψάρευαν
Αόριστος
εγώ ψάρεψα
εσύ ψάρεψες
αυτός / αυτή / αυτό ψάρεψε
εμείς ψαρέψαμε
εσείς ψαρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψάρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψαρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψαρέψω
εσύ ψαρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό ψαρέψει
εμείς ψαρέψουμε
εσείς ψαρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψαρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ψάρευε
εσείς ψαρεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψάρεψε
εσείς ψαρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψαρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψαρεύομαι
εσύ ψαρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ψαρεύεται
εμείς ψαρευόμαστε
εσείς ψαρεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ψαρεύονται
Παρατατικός
εγώ ψαρευόμουν
εσύ ψαρευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ψαρευόταν
εμείς ψαρευόμασταν
εσείς ψαρευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ψαρεύονταν
Αόριστος
εγώ ψαρεύτηκα
εσύ ψαρεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ψαρεύτηκε
εμείς ψαρευτήκαμε
εσείς ψαρευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψαρεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψαρευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψαρευτώ
εσύ ψαρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό ψαρευτεί
εμείς ψαρευτούμε
εσείς ψαρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ψαρευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ψαρεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψαρέψου
εσείς ψαρευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψαρευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary