HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ψέλνω — definition

Conjugation of ψέλνω

Regular CEFR B1
ˈpsel.no

ψάλλω ψαλμό] στην εκκλησία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψέλνω (ψάλλω →)
εσύ ψέλνεις
αυτός / αυτή / αυτό ψέλνει
εμείς ψέλνουμε
εσείς ψέλνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψέλνουν
Παρατατικός
εγώ έψελνα
εσύ έψελνες
αυτός / αυτή / αυτό έψελνε
εμείς ψέλναμε
εσείς ψέλνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έψελναν
Αόριστος
εγώ έψαλα
εσύ έψαλες
αυτός / αυτή / αυτό έψαλε
εμείς ψάλαμε
εσείς ψάλατε
αυτοί / αυτές / αυτά έψαλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψάλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψάλω
εσύ ψάλεις
αυτός / αυτή / αυτό ψάλει
εμείς ψάλουμε
εσείς ψάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψάλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ψέλνε
εσείς ψέλνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψάλε
εσείς ψάλτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψάλει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψέλνομαι
εσύ ψέλνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ψέλνεται
εμείς ψελνόμαστε
εσείς ψέλνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ψέλνονται
Παρατατικός
εγώ ψελνόμουν
εσύ ψελνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ψελνόταν
εμείς ψελνόμασταν
εσείς ψελνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ψέλνονταν
Αόριστος
εγώ ψάλθηκα
εσύ ψάλθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ψάλθηκε
εμείς ψαλθήκαμε
εσείς ψαλθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψάλθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψαλθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψαλθώ
εσύ ψαλθείς
αυτός / αυτή / αυτό ψαλθεί
εμείς ψαλθούμε
εσείς ψαλθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ψαλθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ψέλνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς ψαλθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψαλθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary