HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ψέγω — definition

Conjugation of ψέγω

Regular CEFR B1
ˈpse.ɣo

επικρίνω, ασκώ αρνητική κριτική, κατακρίνω, μέμφομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψέγω
εσύ ψέγεις
αυτός / αυτή / αυτό ψέγει
εμείς ψέγουμε
εσείς ψέγετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψέγουν
Παρατατικός
εγώ έψεγα
εσύ έψεγες
αυτός / αυτή / αυτό έψεγε
εμείς ψέγαμε
εσείς ψέγατε
αυτοί / αυτές / αυτά έψεγαν
Αόριστος
εγώ έψεξα
εσύ έψεξες
αυτός / αυτή / αυτό έψεξε
εμείς ψέξαμε
εσείς ψέξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έψεξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψέξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψέξω
εσύ ψέξεις
αυτός / αυτή / αυτό ψέξει
εμείς ψέξουμε
εσείς ψέξετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψέξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ψέγε
εσείς ψέγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψέξε
εσείς ψέξτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψέξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψέγομαι
εσύ ψέγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ψέγεται
εμείς ψεγόμαστε
εσείς ψέγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ψέγονται
Παρατατικός
εγώ ψεγόμουν
εσύ ψεγόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ψεγόταν
εμείς ψεγόμασταν
εσείς ψεγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ψέγονταν
Αόριστος
εγώ ψέχτηκα
εσύ ψέχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ψέχτηκε
εμείς ψεχτήκαμε
εσείς ψεχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψέχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψεχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψεχτώ
εσύ ψεχτείς
αυτός / αυτή / αυτό ψεχτεί
εμείς ψεχτούμε
εσείς ψεχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ψεχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ψέγεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψέξου
εσείς ψεχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψεχτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary