HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ψάχνω — definition

Conjugation of ψάχνω

Regular CEFR A2
ˈpsa.xno

ερευνώ (π.χ. ένα χώρο) προσπαθώντας να βρω κάτι ή κάποιον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψάχνω
εσύ ψάχνεις
αυτός / αυτή / αυτό ψάχνει
εμείς ψάχνουμε
εσείς ψάχνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψάχνουν
Παρατατικός
εγώ έψαχνα
εσύ έψαχνες
αυτός / αυτή / αυτό έψαχνε
εμείς ψάχναμε
εσείς ψάχνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έψαχναν
Αόριστος
εγώ έψαξα
εσύ έψαξες
αυτός / αυτή / αυτό έψαξε
εμείς ψάξαμε
εσείς ψάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έψαξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψάξω
εσύ ψάξεις
αυτός / αυτή / αυτό ψάξει
εμείς ψάξουμε
εσείς ψάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ψάχνε
εσείς ψάχνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψάξε
εσείς ψάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψάχνομαι
εσύ ψάχνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ψάχνεται
εμείς ψαχνόμαστε
εσείς ψάχνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ψάχνονται
Παρατατικός
εγώ ψαχνόμουν
εσύ ψαχνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ψαχνόταν
εμείς ψαχνόμασταν
εσείς ψαχνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ψάχνονταν
Αόριστος
εγώ ψάχτηκα
εσύ ψάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ψάχτηκε
εμείς ψαχτήκαμε
εσείς ψαχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψάχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψαχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψαχτώ
εσύ ψαχτείς
αυτός / αυτή / αυτό ψαχτεί
εμείς ψαχτούμε
εσείς ψαχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ψαχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ψάχνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψάξου
εσείς ψαχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψαχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary