HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χύνω — definition

Conjugation of χύνω

Regular CEFR C2
ˈçi.no

οδηγώ μία ρευστή μάζα υλικού μέσα στο καλούπι όπου θα στερεοποιηθεί και θα αποκτήσει το επιθυμητό σχήμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χύνω
εσύ χύνεις
αυτός / αυτή / αυτό χύνει
εμείς χύνουμε
εσείς χύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά χύνουν
Παρατατικός
εγώ έχυνα
εσύ έχυνες
αυτός / αυτή / αυτό έχυνε
εμείς χύναμε
εσείς χύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έχυναν
Αόριστος
εγώ έχυσα
εσύ έχυσες
αυτός / αυτή / αυτό έχυσε
εμείς χύσαμε
εσείς χύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έχυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χύσω
εσύ χύσεις
αυτός / αυτή / αυτό χύσει
εμείς χύσουμε
εσείς χύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χύνε
εσείς χύνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χύσε
εσείς χύστε
Απαρέμφατο αορίστου
χύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χύνομαι
εσύ χύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό χύνεται
εμείς χυνόμαστε
εσείς χύνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά χύνονται
Παρατατικός
εγώ χυνόμουν
εσύ χυνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χυνόταν
εμείς χυνόμασταν
εσείς χυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χύνονταν
Αόριστος
εγώ χύθηκα
εσύ χύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό χύθηκε
εμείς χυθήκαμε
εσείς χυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χυθώ
εσύ χυθείς
αυτός / αυτή / αυτό χυθεί
εμείς χυθούμε
εσείς χυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χύνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χύσου
εσείς χυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χυθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary