Conjugation of χύνω
/ˈçi.no/οδηγώ μία ρευστή μάζα υλικού μέσα στο καλούπι όπου θα στερεοποιηθεί και θα αποκτήσει το επιθυμητό σχήμα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χύνω |
| εσύ | χύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χύνει |
| εμείς | χύνουμε |
| εσείς | χύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χύνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έχυνα |
| εσύ | έχυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έχυνε |
| εμείς | χύναμε |
| εσείς | χύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έχυναν |
Αόριστος
| εγώ | έχυσα |
| εσύ | έχυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έχυσε |
| εμείς | χύσαμε |
| εσείς | χύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έχυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χύσω |
| εσύ | χύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χύσει |
| εμείς | χύσουμε |
| εσείς | χύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | χύνε |
| εσείς | χύνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χύσε |
| εσείς | χύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χύνομαι |
| εσύ | χύνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | χύνεται |
| εμείς | χυνόμαστε |
| εσείς | χύνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χύνονται |
Παρατατικός
| εγώ | χυνόμουν |
| εσύ | χυνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | χυνόταν |
| εμείς | χυνόμασταν |
| εσείς | χυνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χύνονταν |
Αόριστος
| εγώ | χύθηκα |
| εσύ | χύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χύθηκε |
| εμείς | χυθήκαμε |
| εσείς | χυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χυθώ |
| εσύ | χυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | χυθεί |
| εμείς | χυθούμε |
| εσείς | χυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | χύνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χύσου |
| εσείς | χυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χυθεί |