HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χωρίζω — definition

Conjugation of χωρίζω

Regular CEFR C2
xoˈri.zo

σταματώ να βρίσκομαι σε ερωτική σχέση· παίρνω διαζύγιο (αν πρόκειται για γάμο) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χωρίζω
εσύ χωρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό χωρίζει
εμείς χωρίζουμε
εσείς χωρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά χωρίζουν
Παρατατικός
εγώ χώριζα
εσύ χώριζες
αυτός / αυτή / αυτό χώριζε
εμείς χωρίζαμε
εσείς χωρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά χώριζαν
Αόριστος
εγώ χώρισα
εσύ χώρισες
αυτός / αυτή / αυτό χώρισε
εμείς χωρίσαμε
εσείς χωρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χώρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χωρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χωρίσω
εσύ χωρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό χωρίσει
εμείς χωρίσουμε
εσείς χωρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χωρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χώριζε
εσείς χωρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χώρισε
εσείς χωρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
χωρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χωρίζομαι
εσύ χωρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό χωρίζεται
εμείς χωριζόμαστε
εσείς χωρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά χωρίζονται
Παρατατικός
εγώ χωριζόμουν
εσύ χωριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χωριζόταν
εμείς χωριζόμασταν
εσείς χωριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χωρίζονταν
Αόριστος
εγώ χωρίστηκα
εσύ χωρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό χωρίστηκε
εμείς χωριστήκαμε
εσείς χωριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χωρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χωριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χωριστώ
εσύ χωριστείς
αυτός / αυτή / αυτό χωριστεί
εμείς χωριστούμε
εσείς χωριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χωριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χωρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χωρίσου
εσείς χωριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χωριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary