Conjugation of χωρίζω
xoˈri.zoσταματώ να βρίσκομαι σε ερωτική σχέση· παίρνω διαζύγιο (αν πρόκειται για γάμο) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χωρίζω |
| εσύ | χωρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χωρίζει |
| εμείς | χωρίζουμε |
| εσείς | χωρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χωρίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | χώριζα |
| εσύ | χώριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χώριζε |
| εμείς | χωρίζαμε |
| εσείς | χωρίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χώριζαν |
Αόριστος
| εγώ | χώρισα |
| εσύ | χώρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χώρισε |
| εμείς | χωρίσαμε |
| εσείς | χωρίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χώρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χωρίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χωρίσω |
| εσύ | χωρίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χωρίσει |
| εμείς | χωρίσουμε |
| εσείς | χωρίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χωρίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | χώριζε |
| εσείς | χωρίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χώρισε |
| εσείς | χωρίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χωρίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χωρίζομαι |
| εσύ | χωρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | χωρίζεται |
| εμείς | χωριζόμαστε |
| εσείς | χωρίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χωρίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | χωριζόμουν |
| εσύ | χωριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | χωριζόταν |
| εμείς | χωριζόμασταν |
| εσείς | χωριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χωρίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | χωρίστηκα |
| εσύ | χωρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χωρίστηκε |
| εμείς | χωριστήκαμε |
| εσείς | χωριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χωρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χωριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χωριστώ |
| εσύ | χωριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | χωριστεί |
| εμείς | χωριστούμε |
| εσείς | χωριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χωριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | χωρίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χωρίσου |
| εσείς | χωριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χωριστεί |