Conjugation of χωράω
xoˈɾa.oμε τους αδύνατους τύπους της προσωπικής αντωνυμίας εγώ, εσύ, αυτός, δηλαδή με το μου ή με κ.λπ. σχηματίζονται φράσεις όπου το χωρώ μαρτυρεί ασυμβατότητα ή συμβατότητα διαστάσεων Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χωράω |
| εσύ | χωράς |
| αυτός / αυτή / αυτό | χωράει |
| εμείς | χωράμε |
| εσείς | χωράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χωράνε |
Παρατατικός
| εγώ | χωρούσα |
| εσύ | χωρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χωρούσε |
| εμείς | χωρούσαμε |
| εσείς | χωρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χωρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | χώρεσα |
| εσύ | χώρεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χώρεσε |
| εμείς | χωρέσαμε |
| εσείς | χωρέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χώρεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χωρέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χωρέσω |
| εσύ | χωρέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χωρέσει |
| εμείς | χωρέσουμε |
| εσείς | χωρέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χωρέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | χώρα |
| εσείς | χωράτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χώρεσε |
| εσείς | χωρέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χωρέσει |