HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χωνεύω — definition

Conjugation of χωνεύω

Regular CEFR C2
xoˈne.vo

κατανοώ τις αιτίες ενός γεγονότος και το αποδέχομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χωνεύω
εσύ χωνεύεις
αυτός / αυτή / αυτό χωνεύει
εμείς χωνεύουμε
εσείς χωνεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά χωνεύουν
Παρατατικός
εγώ χώνευα
εσύ χώνευες
αυτός / αυτή / αυτό χώνευε
εμείς χωνεύαμε
εσείς χωνεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά χώνευαν
Αόριστος
εγώ χώνεψα
εσύ χώνεψες
αυτός / αυτή / αυτό χώνεψε
εμείς χωνέψαμε
εσείς χωνέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά χώνεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χωνέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χωνέψω
εσύ χωνέψεις
αυτός / αυτή / αυτό χωνέψει
εμείς χωνέψουμε
εσείς χωνέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά χωνέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χώνευε
εσείς χωνεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χώνεψε
εσείς χωνέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
χωνέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χωνεύομαι
εσύ χωνεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό χωνεύεται
εμείς χωνευόμαστε
εσείς χωνεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά χωνεύονται
Παρατατικός
εγώ χωνευόμουν
εσύ χωνευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χωνευόταν
εμείς χωνευόμασταν
εσείς χωνευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χωνεύονταν
Αόριστος
εγώ χωνεύτηκα
εσύ χωνεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό χωνεύτηκε
εμείς χωνευτήκαμε
εσείς χωνευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χωνεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χωνευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χωνευτώ
εσύ χωνευτείς
αυτός / αυτή / αυτό χωνευτεί
εμείς χωνευτούμε
εσείς χωνευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χωνευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χωνεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χωνέψου
εσείς χωνευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χωνευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary