HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χωλαίνω — definition

Conjugation of χωλαίνω

Regular CEFR B1
xoˈle.no

κάνω κάποιον χωλό, του προκαλώ βλάβη στα πόδια ή δυσκολία στο περπάτημα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χωλαίνω
εσύ χωλαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό χωλαίνει
εμείς χωλαίνουμε
εσείς χωλαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά χωλαίνουν
Παρατατικός
εγώ χώλαινα
εσύ χώλαινες
αυτός / αυτή / αυτό χώλαινε
εμείς χωλαίναμε
εσείς χωλαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά χώλαιναν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χωλαίνω
εσύ θα χωλαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό θα χωλαίνει
εμείς θα χωλαίνουμε
εσείς θα χωλαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά θα χωλαίνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χώλαινε
εσείς χωλαίνετε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary