HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χτενίζω — definition

Conjugation of χτενίζω

Regular CEFR B1
xteˈni.zo

περνάω τα μαλλιά μου με μια χτένα, για να τα ξεμπερδέψω και να τους δώσω τη μορφή που θέλω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χτενίζω
εσύ χτενίζεις
αυτός / αυτή / αυτό χτενίζει
εμείς χτενίζουμε
εσείς χτενίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά χτενίζουν
Παρατατικός
εγώ χτένιζα
εσύ χτένιζες
αυτός / αυτή / αυτό χτένιζε
εμείς χτενίζαμε
εσείς χτενίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά χτένιζαν
Αόριστος
εγώ χτένισα
εσύ χτένισες
αυτός / αυτή / αυτό χτένισε
εμείς χτενίσαμε
εσείς χτενίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χτένισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χτενίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χτενίσω
εσύ χτενίσεις
αυτός / αυτή / αυτό χτενίσει
εμείς χτενίσουμε
εσείς χτενίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χτενίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χτενίζε
εσείς χτενίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χτενίσε
εσείς χτενίστε
Απαρέμφατο αορίστου
χτενίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χτενίζομαι
εσύ χτενίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό χτενίζεται
εμείς χτενίζόμαστε
εσείς χτενίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά χτενίζονται
Παρατατικός
εγώ χτενίζόμουν
εσύ χτενίζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χτενίζόταν
εμείς χτενίζόμασταν
εσείς χτενίζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χτενίζονταν
Αόριστος
εγώ χτενίστηκα
εσύ χτενίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό χτενίστηκε
εμείς χτενιστήκαμε
εσείς χτενιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χτενίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χτενιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χτενιστώ
εσύ χτενιστείς
αυτός / αυτή / αυτό χτενιστεί
εμείς χτενιστούμε
εσείς χτενιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χτενιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χτενίζου
εσείς χτενίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χτενίσου
εσείς χτενιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χτενιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary