HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χτίζω — definition

Conjugation of χτίζω

Regular CEFR C2
ˈxti.zo

κατασκευάζω με τούβλα, ξύλα ή άλλα υλικά κάτι (οίκημα, οικοδόμημα) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χτίζω
εσύ χτίζεις
αυτός / αυτή / αυτό χτίζει
εμείς χτίζουμε
εσείς χτίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά χτίζουν
Παρατατικός
εγώ έχτιζα
εσύ έχτιζες
αυτός / αυτή / αυτό έχτιζε
εμείς χτίζαμε
εσείς χτίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έχτιζαν
Αόριστος
εγώ έχτισα
εσύ έχτισες
αυτός / αυτή / αυτό έχτισε
εμείς χτίσαμε
εσείς χτίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έχτισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χτίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χτίσω
εσύ χτίσεις
αυτός / αυτή / αυτό χτίσει
εμείς χτίσουμε
εσείς χτίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χτίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χτίζε
εσείς χτίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χτίσε
εσείς χτίστε
Απαρέμφατο αορίστου
χτίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χτίζομαι
εσύ χτίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό χτίζεται
εμείς χτιζόμαστε
εσείς χτίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά χτίζονται
Παρατατικός
εγώ χτιζόμουν
εσύ χτιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χτιζόταν
εμείς χτιζόμασταν
εσείς χτιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χτίζονταν
Αόριστος
εγώ χτίστηκα
εσύ χτίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό χτίστηκε
εμείς χτιστήκαμε
εσείς χτιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χτίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χτιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χτιστώ
εσύ χτιστείς
αυτός / αυτή / αυτό χτιστεί
εμείς χτιστούμε
εσείς χτιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χτιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χτίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χτίσου
εσείς χτιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χτιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary