Conjugation of χτίζω
ˈxti.zoκατασκευάζω με τούβλα, ξύλα ή άλλα υλικά κάτι (οίκημα, οικοδόμημα) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χτίζω |
| εσύ | χτίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χτίζει |
| εμείς | χτίζουμε |
| εσείς | χτίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χτίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | έχτιζα |
| εσύ | έχτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έχτιζε |
| εμείς | χτίζαμε |
| εσείς | χτίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έχτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | έχτισα |
| εσύ | έχτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έχτισε |
| εμείς | χτίσαμε |
| εσείς | χτίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έχτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χτίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χτίσω |
| εσύ | χτίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χτίσει |
| εμείς | χτίσουμε |
| εσείς | χτίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χτίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | χτίζε |
| εσείς | χτίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χτίσε |
| εσείς | χτίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χτίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χτίζομαι |
| εσύ | χτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | χτίζεται |
| εμείς | χτιζόμαστε |
| εσείς | χτίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χτίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | χτιζόμουν |
| εσύ | χτιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | χτιζόταν |
| εμείς | χτιζόμασταν |
| εσείς | χτιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χτίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | χτίστηκα |
| εσύ | χτίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χτίστηκε |
| εμείς | χτιστήκαμε |
| εσείς | χτιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χτίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χτιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χτιστώ |
| εσύ | χτιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | χτιστεί |
| εμείς | χτιστούμε |
| εσείς | χτιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χτιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | χτίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χτίσου |
| εσείς | χτιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χτιστεί |