HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χρωστάω — definition

Conjugation of χρωστάω

Regular CEFR B1
xɾoˈsta.o

οφείλω, έχω χρέος, έχω υποχρέωση να ανταποδώσω κάτι σε κάποιον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χρωστάω
εσύ χρωστάς
αυτός / αυτή / αυτό χρωστάει
εμείς χρωστάμε
εσείς χρωστάτε
αυτοί / αυτές / αυτά χρωστάνε
Παρατατικός
εγώ χρωστούσα
εσύ χρωστούσες
αυτός / αυτή / αυτό χρωστούσε
εμείς χρωστούσαμε
εσείς χρωστούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χρωστούσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χρωστάω
εσύ θα χρωστάς
αυτός / αυτή / αυτό θα χρωστάει
εμείς θα χρωστάμε
εσείς θα χρωστάτε
αυτοί / αυτές / αυτά θα χρωστάν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χρώστα
εσείς χρωστάτε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary