Conjugation of χρησιμεύω
xɾi.siˈme.voείμαι χρήσιμος, έχω κάποια χρησιμότητα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χρησιμεύω |
| εσύ | χρησιμεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρησιμεύει |
| εμείς | χρησιμεύουμε |
| εσείς | χρησιμεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρησιμεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | χρησίμευα |
| εσύ | χρησίμευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρησίμευε |
| εμείς | χρησιμεύαμε |
| εσείς | χρησιμεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρησίμευαν |
Αόριστος
| εγώ | χρησίμευσα |
| εσύ | χρησίμευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρησίμευσε |
| εμείς | χρησιμεύσαμε |
| εσείς | χρησιμεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρησίμευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χρησιμεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χρησιμεύσω |
| εσύ | χρησιμεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρησιμεύσει |
| εμείς | χρησιμεύσουμε |
| εσείς | χρησιμεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρησιμεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | χρησίμευε |
| εσείς | χρησιμεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χρησίμευσε |
| εσείς | χρησιμεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χρησιμεύσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.