HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χρεώνω — definition

Conjugation of χρεώνω

Regular CEFR C2
xɾeˈo.no

επιβαρύνω κάποιον με χρέος για ποσά που μου οφείλει για την αγορά προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χρεώνω
εσύ χρεώνεις
αυτός / αυτή / αυτό χρεώνει
εμείς χρεώνουμε
εσείς χρεώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά χρεώνουν
Παρατατικός
εγώ χρέωνα
εσύ χρέωνες
αυτός / αυτή / αυτό χρέωνε
εμείς χρεώναμε
εσείς χρεώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά χρέωναν
Αόριστος
εγώ χρέωσα
εσύ χρέωσες
αυτός / αυτή / αυτό χρέωσε
εμείς χρεώσαμε
εσείς χρεώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χρέωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χρεώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χρεώσω
εσύ χρεώσεις
αυτός / αυτή / αυτό χρεώσει
εμείς χρεώσουμε
εσείς χρεώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χρεώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χρέωνε
εσείς χρεώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χρέωσε
εσείς χρεώστε
Απαρέμφατο αορίστου
χρεώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χρεώνομαι
εσύ χρεώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό χρεώνεται
εμείς χρεωνόμαστε
εσείς χρεώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά χρεώνονται
Παρατατικός
εγώ χρεωνόμουν
εσύ χρεωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χρεωνόταν
εμείς χρεωνόμασταν
εσείς χρεωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χρεώνονταν
Αόριστος
εγώ χρεώθηκα
εσύ χρεώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό χρεώθηκε
εμείς χρεωθήκαμε
εσείς χρεωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χρεώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χρεωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χρεωθώ
εσύ χρεωθείς
αυτός / αυτή / αυτό χρεωθεί
εμείς χρεωθούμε
εσείς χρεωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χρεωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χρεώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χρεώσου
εσείς χρεωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χρεωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary