Conjugation of χρεώνω
xɾeˈo.noεπιβαρύνω κάποιον με χρέος για ποσά που μου οφείλει για την αγορά προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χρεώνω |
| εσύ | χρεώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρεώνει |
| εμείς | χρεώνουμε |
| εσείς | χρεώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρεώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | χρέωνα |
| εσύ | χρέωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρέωνε |
| εμείς | χρεώναμε |
| εσείς | χρεώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρέωναν |
Αόριστος
| εγώ | χρέωσα |
| εσύ | χρέωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρέωσε |
| εμείς | χρεώσαμε |
| εσείς | χρεώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρέωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χρεώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χρεώσω |
| εσύ | χρεώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρεώσει |
| εμείς | χρεώσουμε |
| εσείς | χρεώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρεώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | χρέωνε |
| εσείς | χρεώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χρέωσε |
| εσείς | χρεώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χρεώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χρεώνομαι |
| εσύ | χρεώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρεώνεται |
| εμείς | χρεωνόμαστε |
| εσείς | χρεώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρεώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | χρεωνόμουν |
| εσύ | χρεωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρεωνόταν |
| εμείς | χρεωνόμασταν |
| εσείς | χρεωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρεώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | χρεώθηκα |
| εσύ | χρεώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρεώθηκε |
| εμείς | χρεωθήκαμε |
| εσείς | χρεωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρεώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χρεωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χρεωθώ |
| εσύ | χρεωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρεωθεί |
| εμείς | χρεωθούμε |
| εσείς | χρεωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρεωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | χρεώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χρεώσου |
| εσείς | χρεωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χρεωθεί |