Conjugation of χορηγώ
xo.ɾiˈɣoπαρέχω κάτι χρήσιμο, ένα δικαίωμα, εκδίδω και παραδίδω στον άμεσα ενδιαφερόμενο ένα επίσημο έγγραφο (συχνά για κάτι που δίνεται υπό αίρεση ή με μια πινελιά χαριστικής κίνησης, κίνησης καλής προαίρεσης Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χορηγώ |
| εσύ | χορηγείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | χορηγεί |
| εμείς | χορηγούμε |
| εσείς | χορηγείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χορηγούν |
Παρατατικός
| εγώ | χορηγούσα |
| εσύ | χορηγούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χορηγούσε |
| εμείς | χορηγούσαμε |
| εσείς | χορηγούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χορηγούσαν |
Αόριστος
| εγώ | χορήγησα |
| εσύ | χορήγησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χορήγησε |
| εμείς | χορηγήσαμε |
| εσείς | χορηγήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χορήγησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χορηγήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χορηγήσω |
| εσύ | χορηγήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χορηγήσει |
| εμείς | χορηγήσουμε |
| εσείς | χορηγήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χορηγήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | χορηγείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χορήγησε |
| εσείς | χορηγήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χορηγήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χορηγούμαι |
| εσύ | χορηγείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | χορηγείται |
| εμείς | χορηγούμαστε |
| εσείς | χορηγείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χορηγούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | χορηγούνταν |
| εμείς | χορηγούμασταν |
| εσείς | [χορηγούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χορηγούνταν |
Αόριστος
| εγώ | χορηγήθηκα |
| εσύ | χορηγήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χορηγήθηκε |
| εμείς | χορηγηθήκαμε |
| εσείς | χορηγηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χορηγήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χορηγηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χορηγηθώ |
| εσύ | χορηγηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | χορηγηθεί |
| εμείς | χορηγηθούμε |
| εσείς | χορηγηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χορηγηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | χορηγείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χορηγήσου |
| εσείς | χορηγηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χορηγηθεί |