HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χορηγώ — definition

Conjugation of χορηγώ

Regular CEFR B1
xo.ɾiˈɣo

παρέχω κάτι χρήσιμο, ένα δικαίωμα, εκδίδω και παραδίδω στον άμεσα ενδιαφερόμενο ένα επίσημο έγγραφο (συχνά για κάτι που δίνεται υπό αίρεση ή με μια πινελιά χαριστικής κίνησης, κίνησης καλής προαίρεσης Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χορηγώ
εσύ χορηγείς
αυτός / αυτή / αυτό χορηγεί
εμείς χορηγούμε
εσείς χορηγείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χορηγούν
Παρατατικός
εγώ χορηγούσα
εσύ χορηγούσες
αυτός / αυτή / αυτό χορηγούσε
εμείς χορηγούσαμε
εσείς χορηγούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χορηγούσαν
Αόριστος
εγώ χορήγησα
εσύ χορήγησες
αυτός / αυτή / αυτό χορήγησε
εμείς χορηγήσαμε
εσείς χορηγήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χορήγησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χορηγήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χορηγήσω
εσύ χορηγήσεις
αυτός / αυτή / αυτό χορηγήσει
εμείς χορηγήσουμε
εσείς χορηγήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χορηγήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χορηγείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χορήγησε
εσείς χορηγήστε
Απαρέμφατο αορίστου
χορηγήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χορηγούμαι
εσύ χορηγείσαι
αυτός / αυτή / αυτό χορηγείται
εμείς χορηγούμαστε
εσείς χορηγείστε
αυτοί / αυτές / αυτά χορηγούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό χορηγούνταν
εμείς χορηγούμασταν
εσείς [χορηγούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά χορηγούνταν
Αόριστος
εγώ χορηγήθηκα
εσύ χορηγήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό χορηγήθηκε
εμείς χορηγηθήκαμε
εσείς χορηγηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χορηγήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χορηγηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χορηγηθώ
εσύ χορηγηθείς
αυτός / αυτή / αυτό χορηγηθεί
εμείς χορηγηθούμε
εσείς χορηγηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χορηγηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χορηγείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χορηγήσου
εσείς χορηγηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χορηγηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary