HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χορεύω — definition

Conjugation of χορεύω

Regular CEFR C1
xoˈɾe.vo

τυραννάω κάποιον ή κάποιαν, τον "στρώνω", τον εκδικούμαι, τον τσιτσιρίζω, τον βασανίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χορεύω
εσύ χορεύεις
αυτός / αυτή / αυτό χορεύει
εμείς χορεύουμε
εσείς χορεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά χορεύουν
Παρατατικός
εγώ χόρευα
εσύ χόρευες
αυτός / αυτή / αυτό χόρευε
εμείς χορεύαμε
εσείς χορεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά χόρευαν
Αόριστος
εγώ χόρεψα
εσύ χόρεψες
αυτός / αυτή / αυτό χόρεψε
εμείς χορέψαμε
εσείς χορέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά χόρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χορέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χορέψω
εσύ χορέψεις
αυτός / αυτή / αυτό χορέψει
εμείς χορέψουμε
εσείς χορέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά χορέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χόρευε
εσείς χορεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χόρεψε
εσείς χορέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
χορέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χορεύομαι
εσύ χορεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό χορεύεται
εμείς χορευόμαστε
εσείς χορεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά χορεύονται
Παρατατικός
εγώ χορευόμουν
εσύ χορευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χορευόταν
εμείς χορευόμασταν
εσείς χορευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χορεύονταν
Αόριστος
εγώ χορεύτηκα
εσύ χορεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό χορεύτηκε
εμείς χορευτήκαμε
εσείς χορευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χορεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χορευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χορευτώ
εσύ χορευτείς
αυτός / αυτή / αυτό χορευτεί
εμείς χορευτούμε
εσείς χορευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χορευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χορεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χορέψου
εσείς χορευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χορευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary