Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| αυτός / αυτή / αυτό | χιονίζει |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | χιόνιζε |
Αόριστος
| αυτός / αυτή / αυτό | χιόνισε |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| αυτός / αυτή / αυτό | χιονίσει |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χιονίζει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.