HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χαραμίζω — definition

Conjugation of χαραμίζω

Regular CEFR C2
xa.ɾaˈmi.zo

αφήνω χωρίς αξιοποίηση κάτι που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χαραμίζω
εσύ χαραμίζεις
αυτός / αυτή / αυτό χαραμίζει
εμείς χαραμίζουμε
εσείς χαραμίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαραμίζουν
Παρατατικός
εγώ χαράμιζα
εσύ χαράμιζες
αυτός / αυτή / αυτό χαράμιζε
εμείς χαραμίζαμε
εσείς χαραμίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά χαράμιζαν
Αόριστος
εγώ χαράμισα
εσύ χαράμισες
αυτός / αυτή / αυτό χαράμισε
εμείς χαραμίσαμε
εσείς χαραμίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χαράμισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαραμίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαραμίσω
εσύ χαραμίσεις
αυτός / αυτή / αυτό χαραμίσει
εμείς χαραμίσουμε
εσείς χαραμίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαραμίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χαράμιζε
εσείς χαραμίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χαράμισε
εσείς χαραμίστε
Απαρέμφατο αορίστου
χαραμίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χαραμίζομαι
εσύ χαραμίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό χαραμίζεται
εμείς χαραμιζόμαστε
εσείς χαραμίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά χαραμίζονται
Παρατατικός
εγώ χαραμιζόμουν
εσύ χαραμιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χαραμιζόταν
εμείς χαραμιζόμασταν
εσείς χαραμιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χαραμίζονταν
Αόριστος
εγώ χαραμίστηκα
εσύ χαραμίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό χαραμίστηκε
εμείς χαραμιστήκαμε
εσείς χαραμιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χαραμίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαραμιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαραμιστώ
εσύ χαραμιστείς
αυτός / αυτή / αυτό χαραμιστεί
εμείς χαραμιστούμε
εσείς χαραμιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χαραμιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χαραμίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χαραμίσου
εσείς χαραμιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χαραμιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary