HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χαρίζω — definition

Conjugation of χαρίζω

Regular CEFR C2
xaˈɾi.zo

προσφέρω ως δώρο αντικείμενο ή αφηρημένη έννοια ή ζώο. Δίνω κάτι χωρίς να περιμένω αντάλλαγμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χαρίζω
εσύ χαρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό χαρίζει
εμείς χαρίζουμε
εσείς χαρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαρίζουν
Παρατατικός
εγώ χάριζα
εσύ χάριζες
αυτός / αυτή / αυτό χάριζε
εμείς χαρίζαμε
εσείς χαρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά χάριζαν
Αόριστος
εγώ χάρισα
εσύ χάρισες
αυτός / αυτή / αυτό χάρισε
εμείς χαρίσαμε
εσείς χαρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χάρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαρίσω
εσύ χαρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό χαρίσει
εμείς χαρίσουμε
εσείς χαρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χάριζε
εσείς χαρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χάρισε
εσείς χαρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
χαρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χαρίζομαι
εσύ χαρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό χαρίζεται
εμείς χαριζόμαστε
εσείς χαρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά χαρίζονται
Παρατατικός
εγώ χαριζόμουν
εσύ χαριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χαριζόταν
εμείς χαριζόμασταν
εσείς χαριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χαρίζονταν
Αόριστος
εγώ χαρίστηκα
εσύ χαρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό χαρίστηκε
εμείς χαριστήκαμε
εσείς χαριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χαρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαριστώ
εσύ χαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό χαριστεί
εμείς χαριστούμε
εσείς χαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χαριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χαρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χαρίσου
εσείς χαριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χαριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary