HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χαμογελάω — definition

Conjugation of χαμογελάω

Regular CEFR C2
xa.mo.ʝeˈla.o

έχω μια έκφραση του προσώπου, με τα χείλη τραβηγμένα προς το πλάι, χωρίς να βγάλω φωνή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χαμογελάω
εσύ χαμογελάς
αυτός / αυτή / αυτό χαμογελάει
εμείς χαμογελάμε
εσείς χαμογελάτε
αυτοί / αυτές / αυτά χαμογελάνε
Παρατατικός
εγώ χαμογελούσα
εσύ χαμογελούσες
αυτός / αυτή / αυτό χαμογελούσε
εμείς χαμογελούσαμε
εσείς χαμογελούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χαμογελούσαν
Αόριστος
εγώ χαμογέλασα
εσύ χαμογέλασες
αυτός / αυτή / αυτό χαμογέλασε
εμείς χαμογελάσαμε
εσείς χαμογελάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χαμογέλασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαμογελάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαμογελάσω
εσύ χαμογελάσεις
αυτός / αυτή / αυτό χαμογελάσει
εμείς χαμογελάσουμε
εσείς χαμογελάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαμογελάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χαμογέλα
εσείς χαμογελάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χαμογέλασε
εσείς χαμογελάστε
Απαρέμφατο αορίστου
χαμογελάσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary