Conjugation of χαμογελάω
xa.mo.ʝeˈla.oέχω μια έκφραση του προσώπου, με τα χείλη τραβηγμένα προς το πλάι, χωρίς να βγάλω φωνή Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χαμογελάω |
| εσύ | χαμογελάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαμογελάει |
| εμείς | χαμογελάμε |
| εσείς | χαμογελάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαμογελάνε |
Παρατατικός
| εγώ | χαμογελούσα |
| εσύ | χαμογελούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαμογελούσε |
| εμείς | χαμογελούσαμε |
| εσείς | χαμογελούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαμογελούσαν |
Αόριστος
| εγώ | χαμογέλασα |
| εσύ | χαμογέλασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαμογέλασε |
| εμείς | χαμογελάσαμε |
| εσείς | χαμογελάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαμογέλασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χαμογελάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χαμογελάσω |
| εσύ | χαμογελάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαμογελάσει |
| εμείς | χαμογελάσουμε |
| εσείς | χαμογελάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαμογελάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | χαμογέλα |
| εσείς | χαμογελάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χαμογέλασε |
| εσείς | χαμογελάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χαμογελάσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.