HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χαμηλώνω — definition

Conjugation of χαμηλώνω

Regular CEFR B2
xa.miˈlo.no

κατεβάζω ελαφρά, ελαττώνω, το επίπεδο από κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χαμηλώνω
εσύ χαμηλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό χαμηλώνει
εμείς χαμηλώνουμε
εσείς χαμηλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαμηλώνουν
Παρατατικός
εγώ χαμήλωνα
εσύ χαμήλωνες
αυτός / αυτή / αυτό χαμήλωνε
εμείς χαμηλώναμε
εσείς χαμηλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά χαμήλωναν
Αόριστος
εγώ χαμήλωσα
εσύ χαμήλωσες
αυτός / αυτή / αυτό χαμήλωσε
εμείς χαμηλώσαμε
εσείς χαμηλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χαμήλωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαμηλώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαμηλώσω
εσύ χαμηλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό χαμηλώσει
εμείς χαμηλώσουμε
εσείς χαμηλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαμηλώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χαμήλωνε
εσείς χαμηλώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χαμήλωσε
εσείς χαμηλώστε
Απαρέμφατο αορίστου
χαμηλώσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary