Conjugation of χαμηλώνω
xa.miˈlo.noκατεβάζω ελαφρά, ελαττώνω, το επίπεδο από κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χαμηλώνω |
| εσύ | χαμηλώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαμηλώνει |
| εμείς | χαμηλώνουμε |
| εσείς | χαμηλώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαμηλώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | χαμήλωνα |
| εσύ | χαμήλωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαμήλωνε |
| εμείς | χαμηλώναμε |
| εσείς | χαμηλώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαμήλωναν |
Αόριστος
| εγώ | χαμήλωσα |
| εσύ | χαμήλωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαμήλωσε |
| εμείς | χαμηλώσαμε |
| εσείς | χαμηλώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαμήλωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χαμηλώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χαμηλώσω |
| εσύ | χαμηλώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαμηλώσει |
| εμείς | χαμηλώσουμε |
| εσείς | χαμηλώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαμηλώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | χαμήλωνε |
| εσείς | χαμηλώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χαμήλωσε |
| εσείς | χαμηλώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χαμηλώσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.