HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χαλαρώνω — definition

Conjugation of χαλαρώνω

Regular CEFR C2
xa.laˈɾo.no

κάνω κάτι χαλαρό (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χαλαρώνω
εσύ χαλαρώνεις
αυτός / αυτή / αυτό χαλαρώνει
εμείς χαλαρώνουμε
εσείς χαλαρώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαλαρώνουν
Παρατατικός
εγώ χαλάρωνα
εσύ χαλάρωνες
αυτός / αυτή / αυτό χαλάρωνε
εμείς χαλαρώναμε
εσείς χαλαρώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά χαλάρωναν
Αόριστος
εγώ χαλάρωσα
εσύ χαλάρωσες
αυτός / αυτή / αυτό χαλάρωσε
εμείς χαλαρώσαμε
εσείς χαλαρώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χαλάρωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαλαρώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαλαρώσω
εσύ χαλαρώσεις
αυτός / αυτή / αυτό χαλαρώσει
εμείς χαλαρώσουμε
εσείς χαλαρώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαλαρώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χαλάρωνε
εσείς χαλαρώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χαλάρωσε
εσείς χαλαρώστε
Απαρέμφατο αορίστου
χαλαρώσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary