HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χαζεύω — definition

Conjugation of χαζεύω

Regular CEFR C2
xaˈze.vo

ξοδεύω τον καιρό μου παρατηρώντας πράγματα που είναι ευχάριστα, αλλά δεν με αφορούν άμεσα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χαζεύω
εσύ χαζεύεις
αυτός / αυτή / αυτό χαζεύει
εμείς χαζεύουμε
εσείς χαζεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαζεύουν
Παρατατικός
εγώ χάζευα
εσύ χάζευες
αυτός / αυτή / αυτό χάζευε
εμείς χαζεύαμε
εσείς χαζεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά χάζευαν
Αόριστος
εγώ χάζεψα
εσύ χάζεψες
αυτός / αυτή / αυτό χάζεψε
εμείς χαζέψαμε
εσείς χαζέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά χάζεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαζέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαζέψω
εσύ χαζέψεις
αυτός / αυτή / αυτό χαζέψει
εμείς χαζέψουμε
εσείς χαζέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαζέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χάζευε
εσείς χαζεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χάζεψε
εσείς χαζέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
χαζέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary