HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χέζω — definición

Conjugation of χέζω

Regular CEFR C2
/ˈçezo/

παύω να ενδιαφέρομαι ή να ασχολούμαι με κάτι ή κάποιον (για να δοθεί έμφαση) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χέζω
εσύ χέζεις
αυτός / αυτή / αυτό χέζει
εμείς χέζουμε
εσείς χέζετε
αυτοί / αυτές / αυτά χέζουν
Παρατατικός
εγώ έχεζα
εσύ έχεζες
αυτός / αυτή / αυτό έχεζε
εμείς χέζαμε
εσείς χέζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έχεζαν
Αόριστος
εγώ έχεσα
εσύ έχεσες
αυτός / αυτή / αυτό έχεσε
εμείς χέσαμε
εσείς χέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έχεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χέσω
εσύ χέσεις
αυτός / αυτή / αυτό χέσει
εμείς χέσουμε
εσείς χέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χέζε
εσείς χέζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χέσε
εσείς χέστε
Απαρέμφατο αορίστου
χέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χέζομαι
εσύ χέζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό χέζεται
εμείς χεζόμαστε
εσείς χέζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά χέζονται
Παρατατικός
εγώ χεζόμουν
εσύ χεζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χεζόταν
εμείς χεζόμασταν
εσείς χεζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χέζονταν
Αόριστος
εγώ χέστηκα
εσύ χέστηκες
αυτός / αυτή / αυτό χέστηκε
εμείς χεστήκαμε
εσείς χεστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χέστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χεστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χεστώ
εσύ χεστείς
αυτός / αυτή / αυτό χεστεί
εμείς χεστούμε
εσείς χεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χεστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χέζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χέσου
εσείς χεστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χεστεί

Más conjugaciones

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary