HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χάφτω — definition

Conjugation of χάφτω

Regular CEFR C2
ˈxa.fto

άλλη μορφή του χάβω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χάφτω (χάβω →)
εσύ χάφτεις
αυτός / αυτή / αυτό χάφτει
εμείς χάφτουμε
εσείς χάφτετε
αυτοί / αυτές / αυτά χάφτουν
Παρατατικός
εγώ έχαφτα
εσύ έχαφτες
αυτός / αυτή / αυτό έχαφτε
εμείς χάφταμε
εσείς χάφτατε
αυτοί / αυτές / αυτά έχαφταν
Αόριστος
εγώ έχαψα
εσύ έχαψες
αυτός / αυτή / αυτό έχαψε
εμείς χάψαμε
εσείς χάψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έχαψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χάψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χάψω
εσύ χάψεις
αυτός / αυτή / αυτό χάψει
εμείς χάψουμε
εσείς χάψετε
αυτοί / αυτές / αυτά χάψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χάφτε
εσείς χάφτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χάψε
εσείς χάψτε
Απαρέμφατο αορίστου
χάψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χάφτομαι
εσύ χάφτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό χάφτεται
εμείς χαφτόμαστε
εσείς χάφτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά χάφτονται
Παρατατικός
εγώ χαφτόμουν
εσύ χαφτόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χαφτόταν
εμείς χαφτόμασταν
εσείς χαφτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χάφτονταν
Αόριστος
εγώ χάφτηκα
εσύ χάφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό χάφτηκε
εμείς χαφτήκαμε
εσείς χαφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χάφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαφτώ
εσύ χαφτείς
αυτός / αυτή / αυτό χαφτεί
εμείς χαφτούμε
εσείς χαφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χαφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χάφτεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χάψου
εσείς χαφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χαφτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary