Conjugation of φωτίζω
foˈti.zoαποκαλύπτω, ξεδιαλύνω, καθιστώ κάτι πιο εύληπτο και κατανοητό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φωτίζω |
| εσύ | φωτίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φωτίζει |
| εμείς | φωτίζουμε |
| εσείς | φωτίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φωτίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | φώτιζα |
| εσύ | φώτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φώτιζε |
| εμείς | φωτίζαμε |
| εσείς | φωτίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φώτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | φώτισα |
| εσύ | φώτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φώτισε |
| εμείς | φωτίσαμε |
| εσείς | φωτίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φώτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φωτίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φωτίσω |
| εσύ | φωτίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φωτίσει |
| εμείς | φωτίσουμε |
| εσείς | φωτίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φωτίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φώτιζε |
| εσείς | φωτίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φώτισε |
| εσείς | φωτίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φωτίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φωτίζομαι |
| εσύ | φωτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | φωτίζεται |
| εμείς | φωτιζόμαστε |
| εσείς | φωτίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φωτίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | φωτιζόμουν |
| εσύ | φωτιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | φωτιζόταν |
| εμείς | φωτιζόμασταν |
| εσείς | φωτιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φωτίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | φωτίστηκα |
| εσύ | φωτίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φωτίστηκε |
| εμείς | φωτιστήκαμε |
| εσείς | φωτιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φωτίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φωτιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φωτιστώ |
| εσύ | φωτιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φωτιστεί |
| εμείς | φωτιστούμε |
| εσείς | φωτιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φωτιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φωτίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φωτίσου |
| εσείς | φωτιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φωτιστεί |