HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φωτίζω — definition

Conjugation of φωτίζω

Regular CEFR B1
foˈti.zo

αποκαλύπτω, ξεδιαλύνω, καθιστώ κάτι πιο εύληπτο και κατανοητό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φωτίζω
εσύ φωτίζεις
αυτός / αυτή / αυτό φωτίζει
εμείς φωτίζουμε
εσείς φωτίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά φωτίζουν
Παρατατικός
εγώ φώτιζα
εσύ φώτιζες
αυτός / αυτή / αυτό φώτιζε
εμείς φωτίζαμε
εσείς φωτίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά φώτιζαν
Αόριστος
εγώ φώτισα
εσύ φώτισες
αυτός / αυτή / αυτό φώτισε
εμείς φωτίσαμε
εσείς φωτίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά φώτισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φωτίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φωτίσω
εσύ φωτίσεις
αυτός / αυτή / αυτό φωτίσει
εμείς φωτίσουμε
εσείς φωτίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά φωτίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φώτιζε
εσείς φωτίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φώτισε
εσείς φωτίστε
Απαρέμφατο αορίστου
φωτίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φωτίζομαι
εσύ φωτίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό φωτίζεται
εμείς φωτιζόμαστε
εσείς φωτίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά φωτίζονται
Παρατατικός
εγώ φωτιζόμουν
εσύ φωτιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φωτιζόταν
εμείς φωτιζόμασταν
εσείς φωτιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φωτίζονταν
Αόριστος
εγώ φωτίστηκα
εσύ φωτίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό φωτίστηκε
εμείς φωτιστήκαμε
εσείς φωτιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φωτίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φωτιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φωτιστώ
εσύ φωτιστείς
αυτός / αυτή / αυτό φωτιστεί
εμείς φωτιστούμε
εσείς φωτιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φωτιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φωτίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φωτίσου
εσείς φωτιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φωτιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary