HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φωσφορίζω — definition

Conjugation of φωσφορίζω

Regular CEFR B2
fos.foˈɾi.zo

φέγγω στο σκοτάδι, δημιουργείται φωσφορισμός Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φωσφορίζω
εσύ φωσφορίζεις
αυτός / αυτή / αυτό φωσφορίζει
εμείς φωσφορίζουμε
εσείς φωσφορίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά φωσφορίζουν
Παρατατικός
εγώ φωσφόριζα
εσύ φωσφόριζες
αυτός / αυτή / αυτό φωσφόριζε
εμείς φωσφορίζαμε
εσείς φωσφορίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά φωσφόριζαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φωσφορίζω
εσύ θα φωσφορίζεις
αυτός / αυτή / αυτό θα φωσφορίζει
εμείς θα φωσφορίζουμε
εσείς θα φωσφορίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά θα φωσφορίζουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φωσφόριζε
εσείς φωσφορίζετε

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary