HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φωνάζω — definition

Conjugation of φωνάζω

Regular CEFR B2
foˈna.zo

μιλώ με δυνατή φωνή για να ακουστώ καλά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φωνάζω
εσύ φωνάζεις
αυτός / αυτή / αυτό φωνάζει
εμείς φωνάζουμε
εσείς φωνάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά φωνάζουν
Παρατατικός
εγώ φώναζα
εσύ φώναζες
αυτός / αυτή / αυτό φώναζε
εμείς φωνάζαμε
εσείς φωνάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά φώναζαν
Αόριστος
εγώ φώναξα
εσύ φώναξες
αυτός / αυτή / αυτό φώναξε
εμείς φωνάξαμε
εσείς φωνάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά φώναξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φωνάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φωνάξω
εσύ φωνάξεις
αυτός / αυτή / αυτό φωνάξει
εμείς φωνάξουμε
εσείς φωνάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά φωνάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φώναζε
εσείς φωνάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φώναξε
εσείς φωνάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
φωνάξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary