HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φυλακίζω — definition

Conjugation of φυλακίζω

Regular CEFR B2
fi.laˈci.zo

περιορίζω την ελευθερία κάποιου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φυλακίζω
εσύ φυλακίζεις
αυτός / αυτή / αυτό φυλακίζει
εμείς φυλακίζουμε
εσείς φυλακίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά φυλακίζουν
Παρατατικός
εγώ φυλάκιζα
εσύ φυλάκιζες
αυτός / αυτή / αυτό φυλάκιζε
εμείς φυλακίζαμε
εσείς φυλακίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά φυλάκιζαν
Αόριστος
εγώ φυλάκισα
εσύ φυλάκισες
αυτός / αυτή / αυτό φυλάκισε
εμείς φυλακίσαμε
εσείς φυλακίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά φυλάκισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φυλακίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φυλακίσω
εσύ φυλακίσεις
αυτός / αυτή / αυτό φυλακίσει
εμείς φυλακίσουμε
εσείς φυλακίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά φυλακίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φυλάκιζε
εσείς φυλακίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φυλάκισε
εσείς φυλακίστε
Απαρέμφατο αορίστου
φυλακίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φυλακίζομαι
εσύ φυλακίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό φυλακίζεται
εμείς φυλακιζόμαστε
εσείς φυλακίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά φυλακίζονται
Παρατατικός
εγώ φυλακιζόμουν
εσύ φυλακιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φυλακιζόταν
εμείς φυλακιζόμασταν
εσείς φυλακιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φυλακίζονταν
Αόριστος
εγώ φυλακίστηκα
εσύ φυλακίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό φυλακίστηκε
εμείς φυλακιστήκαμε
εσείς φυλακιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φυλακίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φυλακιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φυλακιστώ
εσύ φυλακιστείς
αυτός / αυτή / αυτό φυλακιστεί
εμείς φυλακιστούμε
εσείς φυλακιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φυλακιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φυλακίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φυλακίσου
εσείς φυλακιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φυλακιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary