Conjugation of φυλάω
fiˈla.oστο κρυφτό (παιδικό παιχνίδι), κρατώ κλειστά τα μάτια μου μέχρι να μετρήσω έως ένα αριθμό και να προλάβουν να κρυφτούν οι συμπαίκτες μου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φυλάω |
| εσύ | φυλάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυλάει |
| εμείς | φυλάμε |
| εσείς | φυλάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυλάνε |
Παρατατικός
| εγώ | φυλούσα |
| εσύ | φυλούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυλούσε |
| εμείς | φυλούσαμε |
| εσείς | φυλούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυλούσαν |
Αόριστος
| εγώ | φύλαξα |
| εσύ | φύλαξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φύλαξε |
| εμείς | φυλάξαμε |
| εσείς | φυλάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φύλαξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φυλάξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φυλάξω |
| εσύ | φυλάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυλάξει |
| εμείς | φυλάξουμε |
| εσείς | φυλάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυλάξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φύλα |
| εσείς | φυλάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φύλαξε |
| εσείς | φυλάξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φυλάξει |