Conjugation of φυλάσσω
fiˈla.soπροστατεύω κάτι, προφυλάσσω (κυρίως για πολύτιμα είδη αξίας χρηματικής ή άλλης) ή για επίσημα έγγραφ ή σε επιστημονικές φράσεις Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φυλάσσω |
| εσύ | φυλάσσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυλάσσει |
| εμείς | φυλάσσουμε |
| εσείς | φυλάσσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυλάσσουν |
Παρατατικός
| εγώ | φύλασσα |
| εσύ | φύλασσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φύλασσε |
| εμείς | φυλάσσαμε |
| εσείς | φυλάσσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φύλασσαν |
Αόριστος
| εγώ | φύλαξα |
| εσύ | φύλαξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φύλαξε |
| εμείς | φυλάξαμε |
| εσείς | φυλάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φύλαξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φυλάξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φυλάξω |
| εσύ | φυλάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυλάξει |
| εμείς | φυλάξουμε |
| εσείς | φυλάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυλάξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φύλασσε |
| εσείς | φυλάσσετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φύλαξε |
| εσείς | φυλάξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φυλάξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φυλάσσομαι |
| εσύ | φυλάσσεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυλάσσεται |
| εμείς | φυλασσόμαστε |
| εσείς | φυλάσσεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυλάσσονται |
Παρατατικός
| εγώ | φυλασσόμουν |
| εσύ | φυλασσόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυλασσόταν |
| εμείς | φυλασσόμασταν |
| εσείς | φυλασσόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυλάσσονταν |
Αόριστος
| εγώ | φυλάχθηκα |
| εσύ | φυλάχθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυλάχθηκε |
| εμείς | φυλαχθήκαμε |
| εσείς | φυλαχθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυλάχθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φυλαχθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φυλαχθώ |
| εσύ | φυλαχθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυλαχθεί |
| εμείς | φυλαχθούμε |
| εσείς | φυλαχθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυλαχθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φυλάσσεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φυλάξου |
| εσείς | φυλαχθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φυλαχθεί |