HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φυλάσσω — definition

Conjugation of φυλάσσω

Regular CEFR B1
fiˈla.so

προστατεύω κάτι, προφυλάσσω (κυρίως για πολύτιμα είδη αξίας χρηματικής ή άλλης) ή για επίσημα έγγραφ ή σε επιστημονικές φράσεις Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φυλάσσω
εσύ φυλάσσεις
αυτός / αυτή / αυτό φυλάσσει
εμείς φυλάσσουμε
εσείς φυλάσσετε
αυτοί / αυτές / αυτά φυλάσσουν
Παρατατικός
εγώ φύλασσα
εσύ φύλασσες
αυτός / αυτή / αυτό φύλασσε
εμείς φυλάσσαμε
εσείς φυλάσσατε
αυτοί / αυτές / αυτά φύλασσαν
Αόριστος
εγώ φύλαξα
εσύ φύλαξες
αυτός / αυτή / αυτό φύλαξε
εμείς φυλάξαμε
εσείς φυλάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά φύλαξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φυλάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φυλάξω
εσύ φυλάξεις
αυτός / αυτή / αυτό φυλάξει
εμείς φυλάξουμε
εσείς φυλάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά φυλάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φύλασσε
εσείς φυλάσσετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φύλαξε
εσείς φυλάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
φυλάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φυλάσσομαι
εσύ φυλάσσεσαι
αυτός / αυτή / αυτό φυλάσσεται
εμείς φυλασσόμαστε
εσείς φυλάσσεστε
αυτοί / αυτές / αυτά φυλάσσονται
Παρατατικός
εγώ φυλασσόμουν
εσύ φυλασσόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φυλασσόταν
εμείς φυλασσόμασταν
εσείς φυλασσόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φυλάσσονταν
Αόριστος
εγώ φυλάχθηκα
εσύ φυλάχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό φυλάχθηκε
εμείς φυλαχθήκαμε
εσείς φυλαχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φυλάχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φυλαχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φυλαχθώ
εσύ φυλαχθείς
αυτός / αυτή / αυτό φυλαχθεί
εμείς φυλαχθούμε
εσείς φυλαχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φυλαχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φυλάσσεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φυλάξου
εσείς φυλαχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φυλαχθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary