Conjugation of φυγοπονώ
fi.ɣo.poˈnoαποφεύγω τον κόπο, τον μόχθο, την κούραση, αποφεύγω υποχρεώσεις και ενέργειες που όφειλα να διεκπεραιώσω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φυγοπονώ |
| εσύ | φυγοπονείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγοπονεί |
| εμείς | φυγοπονούμε |
| εσείς | φυγοπονείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγοπονούν |
Παρατατικός
| εγώ | φυγοπονούσα |
| εσύ | φυγοπονούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγοπονούσε |
| εμείς | φυγοπονούσαμε |
| εσείς | φυγοπονούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγοπονούσαν |
Αόριστος
| εγώ | φυγοπόνησα |
| εσύ | φυγοπόνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγοπόνησε |
| εμείς | φυγοπονήσαμε |
| εσείς | φυγοπονήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγοπόνησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φυγοπονήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φυγοπονήσω |
| εσύ | φυγοπονήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγοπονήσει |
| εμείς | φυγοπονήσουμε |
| εσείς | φυγοπονήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγοπονήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φυγοπονείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φυγοπόνησε |
| εσείς | φυγοπονήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φυγοπονήσει |