HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φυγοπονώ — definition

Conjugation of φυγοπονώ

Regular CEFR B2
fi.ɣo.poˈno

αποφεύγω τον κόπο, τον μόχθο, την κούραση, αποφεύγω υποχρεώσεις και ενέργειες που όφειλα να διεκπεραιώσω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φυγοπονώ
εσύ φυγοπονείς
αυτός / αυτή / αυτό φυγοπονεί
εμείς φυγοπονούμε
εσείς φυγοπονείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φυγοπονούν
Παρατατικός
εγώ φυγοπονούσα
εσύ φυγοπονούσες
αυτός / αυτή / αυτό φυγοπονούσε
εμείς φυγοπονούσαμε
εσείς φυγοπονούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά φυγοπονούσαν
Αόριστος
εγώ φυγοπόνησα
εσύ φυγοπόνησες
αυτός / αυτή / αυτό φυγοπόνησε
εμείς φυγοπονήσαμε
εσείς φυγοπονήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά φυγοπόνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φυγοπονήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φυγοπονήσω
εσύ φυγοπονήσεις
αυτός / αυτή / αυτό φυγοπονήσει
εμείς φυγοπονήσουμε
εσείς φυγοπονήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά φυγοπονήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φυγοπονείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φυγοπόνησε
εσείς φυγοπονήστε
Απαρέμφατο αορίστου
φυγοπονήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary