Conjugation of φυγομαχώ
fi.ɣo.maˈxoαποφεύγω να έρθω σε αντιπαράθεση και να υπερασπιστώ κάτι ή κάποιον που οφείλω να υποστηρίξω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φυγομαχώ |
| εσύ | φυγομαχείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγομαχεί |
| εμείς | φυγομαχούμε |
| εσείς | φυγομαχείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγομαχούν |
Παρατατικός
| εγώ | φυγομαχούσα |
| εσύ | φυγομαχούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγομαχούσε |
| εμείς | φυγομαχούσαμε |
| εσείς | φυγομαχούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγομαχούσαν |
Αόριστος
| εγώ | φυγομάχησα |
| εσύ | φυγομάχησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγομάχησε |
| εμείς | φυγομαχήσαμε |
| εσείς | φυγομαχήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγομάχησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φυγομαχήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φυγομαχήσω |
| εσύ | φυγομαχήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγομαχήσει |
| εμείς | φυγομαχήσουμε |
| εσείς | φυγομαχήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγομαχήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φυγομαχείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φυγομάχησε |
| εσείς | φυγομαχήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φυγομαχήσει |