HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φυγομαχώ — definition

Conjugation of φυγομαχώ

Regular CEFR B2
fi.ɣo.maˈxo

αποφεύγω να έρθω σε αντιπαράθεση και να υπερασπιστώ κάτι ή κάποιον που οφείλω να υποστηρίξω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φυγομαχώ
εσύ φυγομαχείς
αυτός / αυτή / αυτό φυγομαχεί
εμείς φυγομαχούμε
εσείς φυγομαχείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φυγομαχούν
Παρατατικός
εγώ φυγομαχούσα
εσύ φυγομαχούσες
αυτός / αυτή / αυτό φυγομαχούσε
εμείς φυγομαχούσαμε
εσείς φυγομαχούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά φυγομαχούσαν
Αόριστος
εγώ φυγομάχησα
εσύ φυγομάχησες
αυτός / αυτή / αυτό φυγομάχησε
εμείς φυγομαχήσαμε
εσείς φυγομαχήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά φυγομάχησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φυγομαχήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φυγομαχήσω
εσύ φυγομαχήσεις
αυτός / αυτή / αυτό φυγομαχήσει
εμείς φυγομαχήσουμε
εσείς φυγομαχήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά φυγομαχήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φυγομαχείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φυγομάχησε
εσείς φυγομαχήστε
Απαρέμφατο αορίστου
φυγομαχήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary