Conjugation of φυγαδεύω
fi.ɣaˈde.voβοηθώ κάποιον να ξεφύγει, μεταφέροντάς τον κάπου αλλού γι’ ασφάλεια Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φυγαδεύω |
| εσύ | φυγαδεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγαδεύει |
| εμείς | φυγαδεύουμε |
| εσείς | φυγαδεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγαδεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | φυγαδευα |
| εσύ | φυγαδευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγαδευε |
| εμείς | φυγαδεύαμε |
| εσείς | φυγαδεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγαδευαν |
Αόριστος
| εγώ | φυγάδευσα |
| εσύ | φυγάδευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγάδευσε |
| εμείς | φυγαδεύσαμε |
| εσείς | φυγαδεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγάδευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φυγαδεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φυγαδεύσω |
| εσύ | φυγαδεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγαδεύσει |
| εμείς | φυγαδεύσουμε |
| εσείς | φυγαδεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγαδεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φυγαδευε |
| εσείς | φυγαδεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φυγάδευσε |
| εσείς | φυγαδεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φυγαδεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φυγαδεύομαι |
| εσύ | φυγαδεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγαδεύεται |
| εμείς | φυγαδευόμαστε |
| εσείς | φυγαδεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγαδεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | φυγαδευόμουν |
| εσύ | φυγαδευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγαδευόταν |
| εμείς | φυγαδευόμασταν |
| εσείς | φυγαδευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγαδεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | φυγαδεύθηκα |
| εσύ | φυγαδεύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγαδεύθηκε |
| εμείς | φυγαδευθήκαμε |
| εσείς | φυγαδευθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγαδεύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φυγαδευθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φυγαδευθώ |
| εσύ | φυγαδευθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυγαδευθεί |
| εμείς | φυγαδευθούμε |
| εσείς | φυγαδευθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυγαδευθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φυγαδεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φυγαδεύσου |
| εσείς | φυγαδευθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φυγαδευθεί |