Conjugation of φτερουγίζω
fte.ɾuˈʝi.zoγια έντονο συναίσθημα ψυχικού πόνου ή ξαφνικής χαράς Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φτερουγίζω |
| εσύ | φτερουγίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτερουγίζει |
| εμείς | φτερουγίζουμε |
| εσείς | φτερουγίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτερουγίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | φτερούγιζα |
| εσύ | φτερούγιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτερούγιζε |
| εμείς | φτερουγίζαμε |
| εσείς | φτερουγίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτερούγιζαν |
Αόριστος
| εγώ | φτερούγισα |
| εσύ | φτερούγισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτερούγισε |
| εμείς | φτερουγίσαμε |
| εσείς | φτερουγίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτερούγισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φτερουγίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φτερουγίσω |
| εσύ | φτερουγίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτερουγίσει |
| εμείς | φτερουγίσουμε |
| εσείς | φτερουγίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτερουγίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φτερούγιζε |
| εσείς | φτερουγίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φτερούγισε |
| εσείς | φτερουγίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φτερουγίσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.