Conjugation of φρυγανίζω
fɾi.ɣaˈni.zoψήνω το ψωμί τόσο, ώστε να γίνει τραγανό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φρυγανίζω |
| εσύ | φρυγανίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φρυγανίζει |
| εμείς | φρυγανίζουμε |
| εσείς | φρυγανίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φρυγανίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | φρυγάνιζα |
| εσύ | φρυγάνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φρυγάνιζε |
| εμείς | φρυγανίζαμε |
| εσείς | φρυγανίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φρυγάνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | φρυγάνισα |
| εσύ | φρυγάνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φρυγάνισε |
| εμείς | φρυγανίσαμε |
| εσείς | φρυγανίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φρυγάνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φρυγανίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φρυγανίσω |
| εσύ | φρυγανίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φρυγανίσει |
| εμείς | φρυγανίσουμε |
| εσείς | φρυγανίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φρυγανίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φρυγάνιζε |
| εσείς | φρυγανίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φρυγάνισε |
| εσείς | φρυγανίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φρυγανίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φρυγανίζομαι |
| εσύ | φρυγανίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | φρυγανίζεται |
| εμείς | φρυγανιζόμαστε |
| εσείς | φρυγανίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φρυγανίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | φρυγανιζόμουν |
| εσύ | φρυγανιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | φρυγανιζόταν |
| εμείς | φρυγανιζόμασταν |
| εσείς | φρυγανιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φρυγανίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | φρυγανίστηκα |
| εσύ | φρυγανίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φρυγανίστηκε |
| εμείς | φρυγανιστήκαμε |
| εσείς | φρυγανιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φρυγανίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φρυγανιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φρυγανιστώ |
| εσύ | φρυγανιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φρυγανιστεί |
| εμείς | φρυγανιστούμε |
| εσείς | φρυγανιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φρυγανιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φρυγανίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φρυγανίσου |
| εσείς | φρυγανιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φρυγανιστεί |