Conjugation of φροντίζω
περιποιούμαι με τρυφερότητα ή με κάποιο συναισθηματικό στοιχείο ή με ειδικό τρόπο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φροντίζω |
| εσύ | φροντίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φροντίζει |
| εμείς | φροντίζουμε |
| εσείς | φροντίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φροντίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | φρόντιζα |
| εσύ | φρόντιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φρόντιζε |
| εμείς | φροντίζαμε |
| εσείς | φροντίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φρόντιζαν |
Αόριστος
| εγώ | φρόντισα |
| εσύ | φρόντισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φρόντισε |
| εμείς | φροντίσαμε |
| εσείς | φροντίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φρόντισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φροντίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φροντίσω |
| εσύ | φροντίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φροντίσει |
| εμείς | φροντίσουμε |
| εσείς | φροντίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φροντίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φρόντιζε |
| εσείς | φροντίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φρόντισε |
| εσείς | φροντίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φροντίσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.