HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φρενάρω — definition

Conjugation of φρενάρω

Regular CEFR B1
freˈnaro

πατάω το φρένο ενός οχήματος, για να μειώσω ταχύτητα ή να σταματήσω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φρενάρω
εσύ φρενάρεις
αυτός / αυτή / αυτό φρενάρει
εμείς φρενάρουμε
εσείς φρενάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά φρενάρουν
Παρατατικός
εγώ φρέναρα
εσύ φρέναρες
αυτός / αυτή / αυτό φρέναρε
εμείς φρενάραμε
εσείς φρενάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά φρέναραν
Αόριστος
εγώ φρενάρα
εσύ φρενάρες
αυτός / αυτή / αυτό φρενάρε
εμείς φρενάραμε
εσείς φρενάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά φρενάραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φρενάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φρενάρω
εσύ φρενάρεις
αυτός / αυτή / αυτό φρενάρει
εμείς φρενάρουμε
εσείς φρενάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά φρενάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φρέναρε
εσείς φρενάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φρέναρε
εσείς φρενάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
φρενάρει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary