HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φουμάρω — definition

Conjugation of φουμάρω

Regular CEFR B1
fuˈmaro

καπνίζω (τσιγάρο κ.λπ.) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φουμάρω
εσύ φουμάρεις
αυτός / αυτή / αυτό φουμάρει
εμείς φουμάρουμε
εσείς φουμάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά φουμάρουν
Παρατατικός
εγώ φούμαρα
εσύ φούμαρες
αυτός / αυτή / αυτό φούμαρε
εμείς φουμάραμε
εσείς φουμάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά φούμαραν
Αόριστος
εγώ φούμαρα
εσύ φούμαρες
αυτός / αυτή / αυτό φούμαρε
εμείς φουμάραμε
εσείς φουμάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά φούμαραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φουμάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φουμάρω
εσύ φουμάρεις
αυτός / αυτή / αυτό φουμάρει
εμείς φουμάρουμε
εσείς φουμάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά φουμάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φούμαρε
εσείς φουμάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φούμαρε
εσείς φουμάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
φουμάρει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary