Conjugation of φορτώνω
foɾˈto.noαδικώ έναν άνθρωπο επιβαρύνοντάς τον με κάτι που δεν ήταν δική του ευθύνη Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φορτώνω |
| εσύ | φορτώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φορτώνει |
| εμείς | φορτώνουμε |
| εσείς | φορτώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φορτώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | φόρτωνα |
| εσύ | φόρτωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φόρτωνε |
| εμείς | φορτώναμε |
| εσείς | φορτώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φόρτωναν |
Αόριστος
| εγώ | φόρτωσα |
| εσύ | φόρτωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φόρτωσε |
| εμείς | φορτώσαμε |
| εσείς | φορτώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φόρτωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φορτώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φορτώσω |
| εσύ | φορτώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φορτώσει |
| εμείς | φορτώσουμε |
| εσείς | φορτώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φορτώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φόρτωνε |
| εσείς | φορτώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φόρτωσε |
| εσείς | φορτώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φορτώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φορτώνομαι |
| εσύ | φορτώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | φορτώνεται |
| εμείς | φορτωνόμαστε |
| εσείς | φορτώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φορτώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | φορτωνόμουν |
| εσύ | φορτωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | φορτωνόταν |
| εμείς | φορτωνόμασταν |
| εσείς | φορτωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φορτώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | φορτώθηκα |
| εσύ | φορτώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φορτώθηκε |
| εμείς | φορτωθήκαμε |
| εσείς | φορτωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φορτώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φορτωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φορτωθώ |
| εσύ | φορτωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φορτωθεί |
| εμείς | φορτωθούμε |
| εσείς | φορτωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φορτωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φορτώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φορτώσου |
| εσείς | φορτωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φορτωθεί |