HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φορτώνω — definition

Conjugation of φορτώνω

Regular CEFR C2
foɾˈto.no

αδικώ έναν άνθρωπο επιβαρύνοντάς τον με κάτι που δεν ήταν δική του ευθύνη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φορτώνω
εσύ φορτώνεις
αυτός / αυτή / αυτό φορτώνει
εμείς φορτώνουμε
εσείς φορτώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά φορτώνουν
Παρατατικός
εγώ φόρτωνα
εσύ φόρτωνες
αυτός / αυτή / αυτό φόρτωνε
εμείς φορτώναμε
εσείς φορτώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά φόρτωναν
Αόριστος
εγώ φόρτωσα
εσύ φόρτωσες
αυτός / αυτή / αυτό φόρτωσε
εμείς φορτώσαμε
εσείς φορτώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά φόρτωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φορτώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φορτώσω
εσύ φορτώσεις
αυτός / αυτή / αυτό φορτώσει
εμείς φορτώσουμε
εσείς φορτώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά φορτώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φόρτωνε
εσείς φορτώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φόρτωσε
εσείς φορτώστε
Απαρέμφατο αορίστου
φορτώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φορτώνομαι
εσύ φορτώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό φορτώνεται
εμείς φορτωνόμαστε
εσείς φορτώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά φορτώνονται
Παρατατικός
εγώ φορτωνόμουν
εσύ φορτωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φορτωνόταν
εμείς φορτωνόμασταν
εσείς φορτωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φορτώνονταν
Αόριστος
εγώ φορτώθηκα
εσύ φορτώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό φορτώθηκε
εμείς φορτωθήκαμε
εσείς φορτωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φορτώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φορτωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φορτωθώ
εσύ φορτωθείς
αυτός / αυτή / αυτό φορτωθεί
εμείς φορτωθούμε
εσείς φορτωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φορτωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φορτώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φορτώσου
εσείς φορτωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φορτωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary