HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φορολογώ — definition

Conjugation of φορολογώ

Regular CEFR B2
fo.ro.loˈɣo

επιβάλλω φόρο σε κάποιον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φορολογώ
εσύ φορολογείς
αυτός / αυτή / αυτό φορολογεί
εμείς φορολογούμε
εσείς φορολογείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φορολογούν
Παρατατικός
εγώ φορολογούσα
εσύ φορολογούσες
αυτός / αυτή / αυτό φορολογούσε
εμείς φορολογούσαμε
εσείς φορολογούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά φορολογούσαν
Αόριστος
εγώ φορολόγησα
εσύ φορολόγησες
αυτός / αυτή / αυτό φορολόγησε
εμείς φορολογήσαμε
εσείς φορολογήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά φορολόγησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φορολογήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φορολογήσω
εσύ φορολογήσεις
αυτός / αυτή / αυτό φορολογήσει
εμείς φορολογήσουμε
εσείς φορολογήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά φορολογήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φορολογείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φορολόγησε
εσείς φορολογήστε
Απαρέμφατο αορίστου
φορολογήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φορολογούμαι
εσύ φορολογείσαι
αυτός / αυτή / αυτό φορολογείται
εμείς φορολογούμαστε
εσείς φορολογείστε
αυτοί / αυτές / αυτά φορολογούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό φορολογούνταν
εμείς φορολογούμασταν
εσείς [φορολογούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά φορολογούνταν
Αόριστος
εγώ φορολογήθηκα
εσύ φορολογήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό φορολογήθηκε
εμείς φορολογηθήκαμε
εσείς φορολογηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φορολογήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φορολογηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φορολογηθώ
εσύ φορολογηθείς
αυτός / αυτή / αυτό φορολογηθεί
εμείς φορολογηθούμε
εσείς φορολογηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φορολογηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φορολογείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φορολογήσου
εσείς φορολογηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φορολογηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary