Conjugation of φοροκλέπτω
fo.ɾoˈkle.ptoto commit tax evasion (literally: to steal taxes) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φοροκλέπτω |
| εσύ | φοροκλέπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φοροκλέπτει |
| εμείς | φοροκλέπτουμε |
| εσείς | φοροκλέπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φοροκλέπτουν |
Παρατατικός
| εγώ | φοροέκλεπτα |
| εσύ | φοροέκλεπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φοροέκλεπτε |
| εμείς | φοροκλέπταμε |
| εσείς | φοροκλέπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φοροέκλεπταν |
Αόριστος
| εγώ | φοροέκλεψα |
| εσύ | φοροέκλεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φοροέκλεψε |
| εμείς | φοροκλέψαμε |
| εσείς | φοροκλέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φοροέκλεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φοροκλέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φοροκλέψω |
| εσύ | φοροκλέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φοροκλέψει |
| εμείς | φοροκλέψουμε |
| εσείς | φοροκλέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φοροκλέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φοροκλέπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | φοροκλέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φοροκλέψει |