HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φοροκλέπτω — definition

Conjugation of φοροκλέπτω

Regular CEFR B2
fo.ɾoˈkle.pto

to commit tax evasion (literally: to steal taxes) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φοροκλέπτω
εσύ φοροκλέπτεις
αυτός / αυτή / αυτό φοροκλέπτει
εμείς φοροκλέπτουμε
εσείς φοροκλέπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά φοροκλέπτουν
Παρατατικός
εγώ φοροέκλεπτα
εσύ φοροέκλεπτες
αυτός / αυτή / αυτό φοροέκλεπτε
εμείς φοροκλέπταμε
εσείς φοροκλέπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά φοροέκλεπταν
Αόριστος
εγώ φοροέκλεψα
εσύ φοροέκλεψες
αυτός / αυτή / αυτό φοροέκλεψε
εμείς φοροκλέψαμε
εσείς φοροκλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά φοροέκλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φοροκλέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φοροκλέψω
εσύ φοροκλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό φοροκλέψει
εμείς φοροκλέψουμε
εσείς φοροκλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά φοροκλέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φοροκλέπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς φοροκλέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
φοροκλέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary