HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φοβίζω — definition

Conjugation of φοβίζω

Regular CEFR B1

προκαλώ σε κάποιον φόβο, τον κάνω να φοβάται, εμπνέω μια φοβία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φοβίζω
εσύ φοβίζεις
αυτός / αυτή / αυτό φοβίζει
εμείς φοβίζουμε
εσείς φοβίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά φοβίζουν
Παρατατικός
εγώ φόβιζα
εσύ φόβιζες
αυτός / αυτή / αυτό φόβιζε
εμείς φοβίζαμε
εσείς φοβίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά φόβιζαν
Αόριστος
εγώ φόβισα
εσύ φόβισες
αυτός / αυτή / αυτό φόβισε
εμείς φοβίσαμε
εσείς φοβίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά φόβισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φοβίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φοβίσω
εσύ φοβίσεις
αυτός / αυτή / αυτό φοβίσει
εμείς φοβίσουμε
εσείς φοβίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά φοβίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φόβιζε
εσείς φοβίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φόβισε
εσείς φοβίστε
Απαρέμφατο αορίστου
φοβίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary