Conjugation of φοβάμαι
foˈva.meδιστάζω, ανησυχώ, σκέφτομαι τυχόν αρνητικές παραμέτρους όχι ικανές να απειλήσουν ή να φοβερίσουν, αλλά ικανές να προβληματίσουν Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φοβάμαι - φοβούμαι |
| εσύ | φοβάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | φοβάται |
| εμείς | φοβόμαστε - φοβούμαστε |
| εσείς | φοβάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φοβούνται |
Παρατατικός
| εγώ | φοβόμουν |
| εσύ | φοβόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | φοβόταν |
| εμείς | φοβόμασταν |
| εσείς | φοβόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φοβόνταν |
Αόριστος
| εγώ | φοβήθηκα |
| εσύ | φοβήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φοβήθηκε |
| εμείς | φοβηθήκαμε |
| εσείς | φοβηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φοβήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φοβηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φοβηθώ |
| εσύ | φοβηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φοβηθεί |
| εμείς | φοβηθούμε |
| εσείς | φοβηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φοβηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φοβάστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φοβήσου |
| εσείς | φοβηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φοβηθεί |