HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φοβάμαι — definition

Conjugation of φοβάμαι

Regular CEFR A2
foˈva.me

διστάζω, ανησυχώ, σκέφτομαι τυχόν αρνητικές παραμέτρους όχι ικανές να απειλήσουν ή να φοβερίσουν, αλλά ικανές να προβληματίσουν Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φοβάμαι - φοβούμαι
εσύ φοβάσαι
αυτός / αυτή / αυτό φοβάται
εμείς φοβόμαστε - φοβούμαστε
εσείς φοβάστε
αυτοί / αυτές / αυτά φοβούνται
Παρατατικός
εγώ φοβόμουν
εσύ φοβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φοβόταν
εμείς φοβόμασταν
εσείς φοβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φοβόνταν
Αόριστος
εγώ φοβήθηκα
εσύ φοβήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό φοβήθηκε
εμείς φοβηθήκαμε
εσείς φοβηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φοβήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φοβηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φοβηθώ
εσύ φοβηθείς
αυτός / αυτή / αυτό φοβηθεί
εμείς φοβηθούμε
εσείς φοβηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φοβηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φοβάστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φοβήσου
εσείς φοβηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φοβηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary