Conjugation of φιλοδοξώ
fi.lo.ðoˈksoδιακατέχομαι από φιλοδοξία, επιθυμώ πολύ να πετύχω κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φιλοδοξώ |
| εσύ | φιλοδοξείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φιλοδοξεί |
| εμείς | φιλοδοξούμε |
| εσείς | φιλοδοξείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φιλοδοξούν |
Παρατατικός
| εγώ | φιλοδοξούσα |
| εσύ | φιλοδοξούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φιλοδοξούσε |
| εμείς | φιλοδοξούσαμε |
| εσείς | φιλοδοξούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φιλοδοξούσαν |
Αόριστος
| εγώ | φιλοδόξησα |
| εσύ | φιλοδόξησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φιλοδόξησε |
| εμείς | φιλοδοξήσαμε |
| εσείς | φιλοδοξήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φιλοδόξησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φιλοδοξήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φιλοδοξήσω |
| εσύ | φιλοδοξήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φιλοδοξήσει |
| εμείς | φιλοδοξήσουμε |
| εσείς | φιλοδοξήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φιλοδοξήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φιλοδοξείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φιλοδόξησε |
| εσείς | φιλοδοξήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φιλοδοξήσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.