Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φασώνομαι |
| εσύ | φασώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | φασώνεται |
| εμείς | φασωνόμαστε |
| εσείς | φασώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φασώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | φασωνόμουν |
| εσύ | φασωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | φασωνόταν |
| εμείς | φασωνόμασταν |
| εσείς | φασωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φασώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | φασώθηκα |
| εσύ | φασώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φασώθηκε |
| εμείς | φασωθήκαμε |
| εσείς | φασωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φασώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φασωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φασωθώ |
| εσύ | φασωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φασωθεί |
| εμείς | φασωθούμε |
| εσείς | φασωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φασωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φασώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | φασωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φασωθεί |