HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φασώνομαι — definition

Conjugation of φασώνομαι

Regular CEFR B2
fa.ˈso.no.me

φιλάω, αγκαλιάζω και χουφτώνω Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φασώνομαι
εσύ φασώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό φασώνεται
εμείς φασωνόμαστε
εσείς φασώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά φασώνονται
Παρατατικός
εγώ φασωνόμουν
εσύ φασωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φασωνόταν
εμείς φασωνόμασταν
εσείς φασωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φασώνονταν
Αόριστος
εγώ φασώθηκα
εσύ φασώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό φασώθηκε
εμείς φασωθήκαμε
εσείς φασωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φασώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φασωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φασωθώ
εσύ φασωθείς
αυτός / αυτή / αυτό φασωθεί
εμείς φασωθούμε
εσείς φασωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φασωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φασώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς φασωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φασωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary