Conjugation of φασκιώνω
faˈsco.noτυλίγω ένα βρέφος με φασκιές, το σπαργανώνω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φασκιώνω |
| εσύ | φασκιώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φασκιώνει |
| εμείς | φασκιώνουμε |
| εσείς | φασκιώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φασκιώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | φάσκιωνα |
| εσύ | φάσκιωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φάσκιωνε |
| εμείς | φασκιώναμε |
| εσείς | φασκιώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φάσκιωναν |
Αόριστος
| εγώ | φάσκιωσα |
| εσύ | φάσκιωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φάσκιωσε |
| εμείς | φασκιώσαμε |
| εσείς | φασκιώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φάσκιωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φασκιώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φασκιώσω |
| εσύ | φασκιώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φασκιώσει |
| εμείς | φασκιώσουμε |
| εσείς | φασκιώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φασκιώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φάσκιωνε |
| εσείς | φασκιώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φάσκιωσε |
| εσείς | φασκιώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φασκιώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φασκιώνομαι |
| εσύ | φασκιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | φασκιώνεται |
| εμείς | φασκιωνόμαστε |
| εσείς | φασκιώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φασκιώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | φασκιωνόμουν |
| εσύ | φασκιωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | φασκιωνόταν |
| εμείς | φασκιωνόμασταν |
| εσείς | φασκιωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φασκιώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | φασκιώθηκα |
| εσύ | φασκιώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φασκιώθηκε |
| εμείς | φασκιωθήκαμε |
| εσείς | φασκιωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φασκιώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φασκιωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φασκιωθώ |
| εσύ | φασκιωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φασκιωθεί |
| εμείς | φασκιωθούμε |
| εσείς | φασκιωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φασκιωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φασκιώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φασκιώσου |
| εσείς | φασκιωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φασκιωθεί |