HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φασκιώνω — definition

Conjugation of φασκιώνω

Regular CEFR B2
faˈsco.no

τυλίγω ένα βρέφος με φασκιές, το σπαργανώνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φασκιώνω
εσύ φασκιώνεις
αυτός / αυτή / αυτό φασκιώνει
εμείς φασκιώνουμε
εσείς φασκιώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά φασκιώνουν
Παρατατικός
εγώ φάσκιωνα
εσύ φάσκιωνες
αυτός / αυτή / αυτό φάσκιωνε
εμείς φασκιώναμε
εσείς φασκιώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά φάσκιωναν
Αόριστος
εγώ φάσκιωσα
εσύ φάσκιωσες
αυτός / αυτή / αυτό φάσκιωσε
εμείς φασκιώσαμε
εσείς φασκιώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά φάσκιωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φασκιώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φασκιώσω
εσύ φασκιώσεις
αυτός / αυτή / αυτό φασκιώσει
εμείς φασκιώσουμε
εσείς φασκιώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά φασκιώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φάσκιωνε
εσείς φασκιώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φάσκιωσε
εσείς φασκιώστε
Απαρέμφατο αορίστου
φασκιώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φασκιώνομαι
εσύ φασκιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό φασκιώνεται
εμείς φασκιωνόμαστε
εσείς φασκιώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά φασκιώνονται
Παρατατικός
εγώ φασκιωνόμουν
εσύ φασκιωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φασκιωνόταν
εμείς φασκιωνόμασταν
εσείς φασκιωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φασκιώνονταν
Αόριστος
εγώ φασκιώθηκα
εσύ φασκιώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό φασκιώθηκε
εμείς φασκιωθήκαμε
εσείς φασκιωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φασκιώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φασκιωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φασκιωθώ
εσύ φασκιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό φασκιωθεί
εμείς φασκιωθούμε
εσείς φασκιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φασκιωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φασκιώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φασκιώσου
εσείς φασκιωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φασκιωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary