Conjugation of φαρμακώνω
faɾ.maˈko.noδηλητηριάζω κάποιον με τοξική ουσία, με φαρμάκι, του δίνω δηλητήριο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φαρμακώνω |
| εσύ | φαρμακώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαρμακώνει |
| εμείς | φαρμακώνουμε |
| εσείς | φαρμακώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαρμακώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | φαρμάκωνα |
| εσύ | φαρμάκωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαρμάκωνε |
| εμείς | φαρμακώναμε |
| εσείς | φαρμακώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαρμάκωναν |
Αόριστος
| εγώ | φαρμάκωσα |
| εσύ | φαρμάκωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαρμάκωσε |
| εμείς | φαρμακώσαμε |
| εσείς | φαρμακώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαρμάκωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φαρμακώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φαρμακώσω |
| εσύ | φαρμακώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαρμακώσει |
| εμείς | φαρμακώσουμε |
| εσείς | φαρμακώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαρμακώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φαρμάκωνε |
| εσείς | φαρμακώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φαρμάκωσε |
| εσείς | φαρμακώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φαρμακώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φαρμακώνομαι |
| εσύ | φαρμακώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαρμακώνεται |
| εμείς | φαρμακωνόμαστε |
| εσείς | φαρμακώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαρμακώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | φαρμακωνόμουν |
| εσύ | φαρμακωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαρμακωνόταν |
| εμείς | φαρμακωνόμασταν |
| εσείς | φαρμακωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαρμακώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | φαρμακώθηκα |
| εσύ | φαρμακώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαρμακώθηκε |
| εμείς | φαρμακωθήκαμε |
| εσείς | φαρμακωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαρμακώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φαρμακωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φαρμακωθώ |
| εσύ | φαρμακωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαρμακωθεί |
| εμείς | φαρμακωθούμε |
| εσείς | φαρμακωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαρμακωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φαρμακώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φαρμακώσου |
| εσείς | φαρμακωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φαρμακωθεί |