HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φαρμακώνω — definition

Conjugation of φαρμακώνω

Regular CEFR B2
faɾ.maˈko.no

δηλητηριάζω κάποιον με τοξική ουσία, με φαρμάκι, του δίνω δηλητήριο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φαρμακώνω
εσύ φαρμακώνεις
αυτός / αυτή / αυτό φαρμακώνει
εμείς φαρμακώνουμε
εσείς φαρμακώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά φαρμακώνουν
Παρατατικός
εγώ φαρμάκωνα
εσύ φαρμάκωνες
αυτός / αυτή / αυτό φαρμάκωνε
εμείς φαρμακώναμε
εσείς φαρμακώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά φαρμάκωναν
Αόριστος
εγώ φαρμάκωσα
εσύ φαρμάκωσες
αυτός / αυτή / αυτό φαρμάκωσε
εμείς φαρμακώσαμε
εσείς φαρμακώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά φαρμάκωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φαρμακώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φαρμακώσω
εσύ φαρμακώσεις
αυτός / αυτή / αυτό φαρμακώσει
εμείς φαρμακώσουμε
εσείς φαρμακώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά φαρμακώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φαρμάκωνε
εσείς φαρμακώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φαρμάκωσε
εσείς φαρμακώστε
Απαρέμφατο αορίστου
φαρμακώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φαρμακώνομαι
εσύ φαρμακώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό φαρμακώνεται
εμείς φαρμακωνόμαστε
εσείς φαρμακώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά φαρμακώνονται
Παρατατικός
εγώ φαρμακωνόμουν
εσύ φαρμακωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φαρμακωνόταν
εμείς φαρμακωνόμασταν
εσείς φαρμακωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φαρμακώνονταν
Αόριστος
εγώ φαρμακώθηκα
εσύ φαρμακώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό φαρμακώθηκε
εμείς φαρμακωθήκαμε
εσείς φαρμακωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φαρμακώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φαρμακωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φαρμακωθώ
εσύ φαρμακωθείς
αυτός / αυτή / αυτό φαρμακωθεί
εμείς φαρμακωθούμε
εσείς φαρμακωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φαρμακωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φαρμακώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φαρμακώσου
εσείς φαρμακωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φαρμακωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary