HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φαντάζω — definition

Conjugation of φαντάζω

Regular CEFR B1
fanˈda.zo

στο τρίτο πρόσωπο, ως απρόσωπο (φαντάζει) έχει την έννοια του μοιάζει, φαίνεται Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φαντάζω
εσύ φαντάζεις
αυτός / αυτή / αυτό φαντάζει
εμείς φαντάζουμε
εσείς φαντάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά φαντάζουν
Παρατατικός
εγώ φάνταζα
εσύ φάνταζες
αυτός / αυτή / αυτό φάνταζε
εμείς φαντάζαμε
εσείς φαντάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά φάνταζαν
Αόριστος
εγώ φάνταξα
εσύ φάνταξες
αυτός / αυτή / αυτό φάνταξε
εμείς φαντάξαμε
εσείς φαντάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά φάνταξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φαντάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φαντάξω
εσύ φαντάξεις
αυτός / αυτή / αυτό φαντάξει
εμείς φαντάξουμε
εσείς φαντάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά φαντάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φάνταζε
εσείς φαντάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φάνταξε
εσείς φαντάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
φαντάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φαντάζομαι
εσύ φαντάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό φαντάζεται
εμείς φανταζόμαστε
εσείς φαντάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά φαντάζονται
Παρατατικός
εγώ φανταζόμουν
εσύ φανταζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φανταζόταν
εμείς φανταζόμασταν
εσείς φανταζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φαντάζονταν
Αόριστος
εγώ φαντάστηκα (φαντάσθηκα)
εσύ φαντάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό φαντάστηκε
εμείς φανταστήκαμε
εσείς φανταστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φαντάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φανταστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φανταστώ (φαντασθώ)
εσύ φανταστείς
αυτός / αυτή / αυτό φανταστεί
εμείς φανταστούμε
εσείς φανταστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φανταστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φαντάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φαντάσου
εσείς φανταστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φανταστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary